Οι
πατέντες
λογισμικού
αποτελούν
πολύπλευρο
κίνδυνο
για τις
επενδύσεις
στον τομέα
ανάπτυξης του
λογισμικού και
για τις
εταιρείες
λογισμικού:
ανάγκη για
μεγαλύτερα
κεφάλαια,
μικρότερη αξία
για τους
μετόχους,
πιθανότητα να
χαθεί εντελώς
το κεφάλαιο.
Οι πιο
κερδοφόρες
επενδύσεις
στις εταιρείες
λογισμικού
βασίζονται
στον νόμο περί
πνευματικών
δικαιωμάτων
και όχι σε
αυτόν των
πατέντων.
Κάποιοι
επενδύτες
έκαναν
περιουσίες με
εταιρείες όπως
η Microsoft, η SAP, η Oracle και
πολλές άλλες
όταν δεν
υπήρχαν ακόμα
οι πατέντες
λογισμικού. Το
καλύτερο κλίμα
όπου
καταξιωμένες
εταιρείες
μπορούν
να αναπτυχθούν
είναι μια
ανταγωνιστική
αγορά και όχι
μια αγορά όπου
ένα καρτέλ από
υπερδυνάμεις
πατεντών
μπορούν να
αποκλείσουν
τους
ανταγωνιστές
τους με τη
βοήθεια του
συστήματος των
πατεντών.
Για τους
επενδυτές στην
υψηλή
τεχνολογία, το
σύστημα με τις
πατέντες είναι
πολύ αργό.
Οι
επενδυτές
(καπιταλιστές
των εταιρειών)
θέλουν να
κρατάνε μια
επένδυση μόνο
για λίγα
χρόνια. Εάν μια
εταιρεία κάνει
αίτηση για μια
πατέντα
σήμερα, τότε
είναι αμφίβολο
ότι το Γραφείο
Πατέντων θα
έχει δώσει την
πατέντα πριν ο
επενδυτής βγει
από την
επένδυση. Σε
μερικούς άλλους
χώρους, όπως
στην
βιοτεχνολογία,
οι επενδυτές
θεωρούν τις
πατέντες
απολύτως
απαραίτητες
για να
επενδύσουν.
Δεν ισχύει το
ίδιο όμως για
επενδύσεις στο
λογισμικό.
«Το να
φτιάξεις μια
μεγάλη συλλογή
από πατέντες
για να
αμυνθείς, δεν
σημαίνει ότι
θα σε
προστατεύσει
πάντα από μια
ληστεία.»
Federal Trade Commission of the USA
Το ωραίο
στις
επενδύσεις
λογισμικού
είναι ότι
χρειάζονται
ένα σχετικά
μικρό
κεφαλαίο.
Οι
πατέντες
λογισμικού θα
προσέθεταν μια
άχρηστη αύξηση
του κόστους
και του ρίσκου.
Ακόμα και για
μια νέα
εταιρία με
επενδυτικά
κεφάλαια, το
κόστος για μια
Ευρωπαϊκή
πατέντα
(περίπου 30.000 ευρώ)
είναι πολύ
υψηλό, ειδικά
επειδή θα
χρειαστούν
πολλές τέτοιες
πατέντες και
όχι μόνο μια.
Επιπλέον
οικονομικοί
πόροι
χρειάζονται
για να αμυνθεί
η εταιρία από
κάποιους που
θα
επικαλεστούν
παραβιάσεις
πατεντών τους.
Το κόστος για
την άμυνα από
τις πατέντες
μπορεί, για μια
και μόνο
υπόθεση, να
φτάσει τις
εκατοντάδες
χιλιάδες ευρώ,
αν όχι
εκατομμύρια.
Οι
κερδοσκόποι
πατέντων
χαμηλώνουν την
αξία των
μετόχων και γι'
αυτό μειώνουν
την απόδοση
της επένδυσης
που θα περίμεναν
οι επενδυτές.
Κάθε φορά που
κάποιος
κερδοσκόπος
μη παραγωγός ή
μια ΙΒΜ ή μια Microsoft
πηγαίνει σε
μια νέα
εταιρία και
παίρνει ένα
μέρος από τα
κέρδη, η
απόδοση της
επένδυσης
μειώνεται.
Χρειάζονται
μόνο λίγοι από
αυτούς τους
κερδοσκόπους
για να
μετατρέψουν
μια ελκυστική
επένδυση, σε μη
ελκυστική.
Η
χειρότερη
περίπτωση
είναι να χαθεί
μια επένδυση
σε μια εταιρία
λογισμικού
ολοκληρωτικά
λόγω προβλημάτων
από πατέντες.
Το μόνο που
χρειάζεται
είναι μια και
μόνη πατέντα
για να βγάλει
απ την αγορά
μια ολόκληρη
επιχείρηση. Αν
η αντίστοιχη
πατέντα είναι
τόσο ευρεία ή
απλά έχει
σχέση με
κάποια
λειτουργία που
βρίσκεται στην
καρδιά του
λογισμικού,
τότε το
αποτέλεσμα από
την επιβολή
της πατέντας
είναι ότι το
προϊόν δεν
μπορεί πια να
πουληθεί. Εάν
μια νέα εταιρία
μπλέξει σε
διαφωνία για
μια πατέντα
που απειλεί
σοβαρά την
επιβίωσή της,
τότε γρήγορα
χάνει πολλούς
από τους
συνεργάτες και
τους πελάτες
της. Συνεπώς οι
επενδύτες
χάνουν τα
λεφτά τους.
Κάντε
κλικ εδώ για να
διαβάσετε
γιατί οι
πατέντες
εμποδίζουν την
πρόοδο και την
ανανέωση